|

Τι είναι το Gentle Parenting; Βγάζει πράγματι κακομαθημένα παιδιά;

Επειδή όλο και πληθαίνουν οι φωνές μη ειδικών για τα «κακομαθημένα παιδιά» της εποχής μας, μέσα από επιχειρήματα του τύπου «εμείς τι πάθαμε που μεγαλώσαμε έτσι…» ή «ένα χέρι ξύλο χρειάζονται», ρωτήσαμε την αγαπημένη μας επιστημονική συνεργάτιδα, ψυχολόγο Όλγα Τσικρικά.

Τι σημαίνει τελικά «ήπια γονεϊκότητα»; Πού σταματά ο σεβασμός και πού ξεκινά η υπερβολική επιείκεια; Η Όλγα μάς εξηγεί γιατί η ενσυναίσθηση δεν σημαίνει υποχώρηση, πώς τα σταθερά όρια προστατεύουν τα παιδιά, και γιατί αυτή η προσέγγιση τελικά δεν απαιτεί τέλειους γονείς, αλλά παρόντες ανθρώπους που μαθαίνουν συνεχώς μαζί με τα παιδιά τους.

Μια συζήτηση γεμάτη αλήθειες, επιστημονικά δεδομένα και πρακτικές συμβουλές για κάθε γονέα που προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην ηρεμία και την οριοθέτηση.

Τι είναι τελικά το gentle parenting;

Ακούγεται όλο και πιο συχνά τον τελευταίο καιρό, ε; Ελληνιστί ο όρος αναφέρεται
στην «ήπια γονεϊκότητα». Πρόκειται για τον τρόπο ανατροφής παιδιών που εξ
ορισμού θεμελιώνεται στον σεβασμό προς τα παιδιά, τις ανάγκες και το ρυθμό
ανάπτυξής τους. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι αποτρέπει εμάς, τους γονείς, από την
επιβολή τιμωρίας ή άτεγκτων κανόνων στα παιδιά, προωθώντας έτσι την άνθιση μιας
θετικής και υποστηρικτικής σχέσης μεταξύ μας.

Ποιες είναι οι βασικές αρχές του;

Κοντολογίς το gentle parenting βασίζεται σε τρεις πυλώνες: ενσυναίσθηση,
επικοινωνία και ξεκάθαρα όρια.
Αναλυτικότερα τώρα, δείχνοντας ενσυναίσθηση στο παιδί, στην ουσία προσπαθούμε
συνειδητά να κατανοήσουμε τα συναισθήματα και τις ανάγκες του, με σεβασμό στην
οπτική γωνία και το βίωμά του. Με τα όρια από την άλλη, ορίζουμε το πλαίσιο
ελευθερίας του, τους τρόπους δηλαδή με τους όποιους κρίνουμε ως γονείς ότι είναι
ασφαλές – τόσο για το ίδιο το παιδί μας όσο και για τους τρίτους – να εκφραστεί και
να συμπεριφερθεί. Η επικοινωνία συνιστά την απαραίτητη γέφυρα ανάμεσα σε αυτά
τα δύο.
Γιατί το παιδί τα χρειάζεται και τα δύο ταυτόχρονα: να νιώθει αφενός ότι το
καταλαβαίνουν και να ξέρει αφετέρου ότι υπάρχουν ξεκάθαρα και σταθερά όρια.
Αυτά τα δύο δεν είναι αντίθετα· αλλά συμπληρώνουν το ένα το άλλο.
Gentle parenting δεν σημαίνει λιγότερα όρια· σημαίνει λιγότερες φωνές και
σταθερότερα όρια.

Υπάρχουν επιστημονικά δεδομένα;

Υπάρχουν. Γνωρίζουμε από δεκαετίες ερευνών στην αναπτυξιακή ψυχολογία και την
συντελεστική εξαρτημένη μάθηση ότι τα παιδιά μαθαίνουν αποτελεσματικότερα όταν
ενισχύουμε τις επιθυμητές συμπεριφορές αντί να καταφεύγουμε στην τιμωρία. Ο
έπαινός μας, για τον οποίο διψούν, τα καθοδηγεί με θετικό τρόπο προς την
επανάληψη θεμιτών πράξεων.

Πώς μπορεί να γίνει αντιληπτός ο έπαινός μας;

Είτε απλώς λεκτικά για τα μεγαλύτερα παιδιά, είτε σε συνδυασμό με ένα χάδι, μια
αγκαλιά, εξωλεκτικά στοιχεία επικοινωνίας δηλαδή που «τα πιάνει» ακόμη κι ένα
βρέφος.
Παράλληλα, η σταθερότητα και η συνέπεια-αξιοπιστία των γονέων ενισχύουν το
αίσθημα ασφάλειας των παιδιών, που είναι θεμελιώδες / βασικό για την ομαλή
συναισθηματική τους ανάπτυξη.
Στον αντίποδα, η τιμωρία από μόνη της δεν κατευθύνει προς την επιθυμητή
συμπεριφορά. Επιπλέον, μπορεί να έχει ανεπιθύμητες επιπτώσεις όταν είναι συχνή ή
σκληρή.
Η ορθή εφαρμογή του gentle parenting δεν σημαίνει ότι καταργούνται οι συνέπειες. Συνέπειες υπάρχουν, αλλά είναι λογικές και προβλέψιμες, όχι εκδικητικές.

Ποια είναι η διαφορά του gentle parenting από την επιτρεπτική ανατροφή;

Πολύ ωραία ερώτηση. Πάμε να λύσουμε αυτήν την παρεξήγηση που μάς κάνει να
συγχέουμε συχνά το gentle parenting με την λεγόμενη επιτρεπτική ανατροφή!
Στην επιτρεπτική ανατροφή ο γονιός δυσκολεύεται να πει «όχι». Οπότε το παιδί
αφήνεται ελεύθερο να δοκιμάζει τα πάντα και να καταλάβει μόνο του ίσως ότι
κάποιες από τις πράξεις του έχουν δυσάρεστα φυσικά επακόλουθα.
Στο gentle parenting ο γονιός λέει «όχι», απλώς το λέει με σεβασμό στο παιδί και
διατηρώντας την ηρεμία του.
Δηλαδή το όριο παραμένει. Απλώς αλλάζει ο τρόπος που το επικοινωνούμε.
Η ενσυναίσθηση δεν ισοδυναμεί με υποχώρηση.

Τελικά κακομαθαίνει τα παιδιά;

Όχι, εφόσον εφαρμόζεται σωστά.
Τα παιδιά δεν κακομαθαίνουν όταν τα ακούμε με κατανόηση και σεβασμό.
Κακομαθαίνουν όταν βλέπουν ότι κάθε επιθυμία τους γίνεται πραγματικότητα.
Το gentle parenting αναγνωρίζει όλα τα συναισθήματα, αλλά δεν ικανοποιεί όλες τις
επιθυμίες.
Τα συναισθήματα είναι όλα αποδεκτά. Οι συμπεριφορές όμως όχι.

Οι παππούδες λένε ότι βγάζει παιδιά χωρίς όρια…

Μπορώ να φανταστώ γιατί το λένε∙ επειδή πολλές φορές βλέπουμε κακές πρακτικές
εφαρμογές υπό την ομπρέλα δήθεν του gentle parenting.
Αν ο γονιός υποχωρεί κάθε φορά που το παιδί κλαίει ή θυμώνει, αυτό δεν είναι gentle
parenting. Είναι δυσκολία στην οριοθέτηση.
Το σωστό gentle parenting έχει σαφή όρια, απλώς χωρίς φωνές, απειλές ή
ταπείνωση.

Πότε η ενσυναίσθηση γίνεται υπερβολική επιείκεια;

Πράγματι, η ενσυναίσθηση μπορεί να καταντήσει υπερβολική χαλαρότητα∙ όταν για
παράδειγμα μένουμε στην αποδοχή του συναισθήματος και ξεχνάμε ότι η
συγκεκριμένη συμπεριφορά είναι απαράδεκτη. Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην
αναγνώριση του συναισθήματος και στην ικανοποίηση κάθε επιθυμίας: έτσι είναι θεμιτό να πω στο παιδί «βλέπω ότι στενοχωριέσαι», αυτό όμως δεν σημαίνει ότι θα γίνει αυτό που μού ζητάει.

Μπορείς να μας πεις κάποια παραδείγματα;

Ευχαρίστως! Μία διατύπωση, για παράδειγμα, θα μπορούσε να είναι: «Ξέρω ότι θα ήθελες να μείνουμε κι άλλο στην παιδική χαρά. Είναι λογικό να στενοχωριέσαι που πέρασε κιόλας η ώρα. Παρ’ όλα αυτά, τώρα πρέπει να φύγουμε».
Επίσης, χάρη στην ενσυναίσθηση, μπορώ να καταλάβω ότι το παιδί μου είναι θυμωμένο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι επιτρέπεται να χτυπάει. Αναγνωρίζω το συναίσθημα – καθοδηγώ τη συμπεριφορά. Έτσι και το παιδί αισθάνεται ότι ακούστηκε και το όριο παραμένει.
Ας δώσουμε ακόμη ένα πρακτικό παράδειγμα οριοθέτησης. Έστω ότι ένα παιδί πετάει παιχνίδια. Αντί να του φωνάξουμε «Σταμάτα αμέσως!», μπορούμε να του πούμε κάτι σαν: «Βλέπω ότι έχεις πολλή ένταση. Τα παιχνίδια όμως δεν τα πετάμε, γιατί μπορεί να χτυπήσει κάποιος. Αν θέλεις να πετάξεις κάτι, μπορούμε να πετάξουμε αυτήν τη μαλακή μπάλα».
Εδώ το κλειδί είναι ότι δείχνουμε κατανόηση και επιπλέον δίνουμε εναλλακτική.

Τι μπορούμε να κάνουμε, όταν το παιδί φωνάζει ή χτυπάει;

Κατ’ αρχάς σε τέτοιες περιστάσεις πρώτα εξασφαλίζουμε την ασφάλεια όλων. Έπειτα παραμένουμε όσο γίνεται πιο ήρεμες. Δεν αποδεχόμαστε τη βίαιη συμπεριφορά, αλλά δεν κακοχαρακτηρίζουμε και το παιδί. Προσπαθούμε να του καταστήσουμε σαφές με απλά λόγια ότι αυτό που κάνει είναι κακό. Λέμε πχ «Δεν μπορώ να σε αφήσω να χτυπάς. Μπορεί να πονέσεις εσύ ή κάποιος άλλος». Πολύ διαφορετικό από το να λέγαμε: «Είσαι κακό παιδί».

Υπάρχουν φορές που χρειάζεται αυστηρότητα;

Βεβαίως. Όταν υπάρχει ζήτημα ασφάλειας ή σεβασμού προς τους άλλους, το όριο πρέπει να τίθεται ξεκάθαρα και άμεσα. Όμως άλλο αυστηρότητα και άλλο σκληρότητα. Μπορώ να είμαι απόλυτα σταθερή χωρίς να φωνάζω.

Γιατί δυσκολεύονται οι γονείς;

Γιατί το gentle parenting απαιτεί πρώτα να ρυθμίσουμε τα δικά μας συναισθήματα. Βραχυπρόθεσμα, τη στιγμή της κρίσης, δείχνει πολύ πιο εύκολο να φωνάξουμε κι εμείς από το να προσπαθήσουμε συνειδητά να διατηρήσουμε την ψυχραιμία μας. Οπότε, χωρίς υπερβολή, το gentle parenting πρώτα εμάς, τους γονείς, εκπαιδεύει κι έπειτα τα παιδιά.

Πώς μπορεί όμως ένας γονιός να παραμένει ψύχραιμος όταν έχει εξαντληθεί από τις δουλειές και τη συνεχή φροντίδα του παιδιού;

Αυτή η ερώτηση είναι πραγματικά βγαλμένη μέσα από τη ζωή! Πράγματι, κανείς γονιός δεν γίνεται να είναι ήρεμος κάθε μέρα όλη μέρα. Για αυτό άλλωστε το gentle parenting δε ζητά τέλειους γονείς, αλλά γονείς παρόντες, που προσπαθούν. Αν χάσω την ψυχραιμία μου, μπορώ αργότερα να ζητήσω ειλικρινά συγγνώμη και να επανορθώσω. Αυτό διδάσκει στο παιδί κάτι πολύ σημαντικό: ότι όλοι κάνουμε λάθη. Σημασία έχει να προσπαθούμε για το καλύτερο και αν κάποτε κάνουμε λάθος, να το παραδεχθούμε και να το διορθώσουμε.

Όλγα, ποια πιστεύεις ότι είναι η μεγαλύτερη παρανόηση γύρω από το gentle
parenting;


Να νομίζουμε ότι το gentle parenting εξασφαλίζει ότι δε θα απογοητευτεί ποτέ το
παιδί. Ένας τέτοιος στόχος θα ήταν ουτοπικός. Η απογοήτευση είναι μέρος της ζωής.
Στόχος του gentle parenting λοιπόν, δεν είναι να μην στενοχωρηθεί ποτέ το παιδί,
αλλά να μάθει να διαχειρίζεται τη στενοχώρια του με τρόπους λειτουργικούς και με
έναν ασφαλή ενήλικα δίπλα του.

Τι θα έλεγες στους γονείς που φοβούνται ότι χωρίς τιμωρίες θα χάσουν τον
έλεγχο;


Σύμφωνα με έρευνες, η επιβράβευση της επιθυμητής συμπεριφοράς είναι πιο
αποτελεσματική από τη συχνή τιμωρία. Τα παιδιά επαναλαμβάνουν αυτό που τους
φέρνει θετική προσοχή. Όπου χρειάζονται συνέπειες, αυτές πρέπει να είναι λογικές,
γνωστές από πριν και να εφαρμόζονται με αξιοπιστία και σταθερότητα, όχι με θυμό.
Άλλωστε ποιο είναι τελικά το ζητούμενο: να έχουμε τον έλεγχο ή να
καθοδηγούμε σωστά;

Να κλείσουμε με μία συμβουλή;

Ας κλείσουμε με μία συμβουλή-υπενθύμιση: ο στόχος δεν είναι να μεγαλώσουμε
υπάκουα παιδιά. Είναι να μεγαλώσουμε ανθρώπους που θα μπορούν κάποτε να
βάζουν μόνοι τους όρια, να διαχειρίζονται τα συναισθήματά τους και να σέβονται
τους άλλους. Και αυτό ξεκινά όταν πρώτα τα σεβόμαστε εμείς.

Similar Posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *