Η αγκαλιά που χτίζει έναν άνθρωπο
Υπάρχει μια φωτογραφία που δεν είναι απλώς μια όμορφη στιγμή.
Είναι ο επτάχρονος γιος μου, ο Θοδωρής, χωμένος μέσα στην αγκαλιά ενός μεγάλου λούτρινου χταποδιού. Δεν κοιτάζει την κάμερα. Δεν ποζάρει. Απλώς κρατά σφιχτά αυτό που αγαπά.
Και εκείνη τη στιγμή συνειδητοποιώ κάτι που ξεχνάμε συχνά ως γονείς.
Τα παιδιά δεν χρειάζονται να τους μάθουμε πρώτα να είναι δυνατά. Χρειάζονται να νιώσουν ασφαλή.
Τα τελευταία χρόνια, η αναπτυξιακή ψυχολογία επιβεβαιώνει αυτό που πολλές μητέρες γνωρίζουν διαισθητικά. Το ελεύθερο παιχνίδι, η σωματική επαφή και το ασφαλές συναισθηματικό περιβάλλον δεν είναι «πολυτέλειες». Είναι οι βάσεις πάνω στις οποίες αναπτύσσεται ο εγκέφαλος.
Έρευνες δείχνουν ότι τα παιδιά που μεγαλώνουν σε ένα περιβάλλον όπου τα συναισθήματά τους αναγνωρίζονται και γίνονται αποδεκτά, εμφανίζουν μεγαλύτερη ενσυναίσθηση, καλύτερη αυτορρύθμιση και ισχυρότερες κοινωνικές δεξιότητες αργότερα στη ζωή. Δεν μαθαίνουν απλώς να διαχειρίζονται τα συναισθήματά τους. Μαθαίνουν να αναγνωρίζουν και των άλλων.
Ο Θοδωρής παίζει ασταμάτητα.
Φτιάχνει ιστορίες, μιλά στα παιχνίδια του, αγκαλιάζει χωρίς να ντρέπεται. Κάποιος ίσως το θεωρήσει “παιδικό”.
Εγώ το θεωρώ υγεία.
Γιατί ποτέ δεν του είπα ότι “τα αγόρια δεν κλαίνε”. Δεν του πήρα βιαστικά το λούτρινο λέγοντας ότι “μεγάλωσε”. Δεν προσπάθησα να τον κάνω σκληρό πριν έρθει η ώρα.
Του επέτρεψα να είναι παιδί.
Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη επένδυση που μπορεί να κάνει ένας γονιός.
Σε έναν κόσμο που ζητά από τα παιδιά να μεγαλώσουν όλο και πιο γρήγορα, το παιχνίδι αντιστέκεται. Η φαντασία αντιστέκεται. Η αγκαλιά αντιστέκεται.
Γιατί μέσα σε μία αγκαλιά εκκρίνεται ωκυτοκίνη, η ορμόνη που συνδέεται με την ασφάλεια, την εμπιστοσύνη και τον συναισθηματικό δεσμό. Και όταν ένα παιδί νιώθει ασφαλές, ο εγκέφαλός του είναι πιο διαθέσιμος να μάθει, να δημιουργήσει και να αγαπήσει.
Ίσως τελικά η συναισθηματική νοημοσύνη να μη χτίζεται σε σεμινάρια.
Χτίζεται στο πάτωμα του παιδικού δωματίου. Σε ατελείωτα παιχνίδια. Σε γόνατα που λερώνονται. Σε ιστορίες που επινοούνται. Σε λούτρινα που αποκτούν όνομα.
Και σε εκείνες τις αγκαλιές που, όσο κι αν μεγαλώσουν τα παιδιά μας, θα τις θυμούνται πάντα.
Γιατί στο τέλος, αυτό που μένει δεν είναι πόσα παιχνίδια είχαν.
